3 Έλληνες για το Βερολίνο

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος (Lifo) 

Δυο από τους τρεις μεγαλύτερους διεθνείς Έλληνες σκηνοθέτες όλων των εποχών (ο τρίτος είναι ο Μιχάλης Κακογιάννης, που έχει αποσυρθεί) βρέθηκαν στο Βερολίνο με τις νέες ταινίες τους, τις παρουσίασαν εκτός συναγωνισμού και τιμήθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Στα βραβεία προηγείται άτυπα ο Γαβράς, αφού, εκτός από το Χρυσό Φοίνικα, έχει μια Χρυσή Άρκτο (ο Αγγελόπουλος έχει Χρυσό Λέοντα) αλλά και Όσκαρ Σεναρίου για τονΑγνοούμενο και Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας για το Ζ. Ο Γαβράς έχει μεγαλύτερες διακρίσεις από ενώσεις επαγγελματιών (Σεζάρ, Χρυσές Σφαίρες, BAFTA), ενώ ο Αγγελόπουλος έχει επανειλημμένως τιμηθεί από ενώσεις κριτικών. Άλλωστε ξεκίνησε σε αυτό το επάγγελμα πριν μεταπηδήσει στη σκηνοθεσία). Οι πολιτικές τους καταβολές κοινές, το στυλ τους είναι αντιδιαμετρικά αντίθετο σε μνημειώδη βαθμό. Ο Αγγελόπουλος κάνει αυτό που κάνει και είναι δύσκολο να περιγραφεί σε μερικές αράδες, ενώ ο Γαβράς συνεχίζει να γυρίζει πολιτικές ταινίες με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, χωρίς να δίνει σαφείς απαντήσεις, πάντα ωστόσο εκτιμώντας τις αρετές της εμπορικής αφήγησης για να φέρει το προϊόν του κοντά στο κοινό.

»Επιμένουν στο ύφος τους, ακόμη και σήμερα, που έχουν περάσει τα εβδομήντα. Ο Γαβράς ξεκινάει από το παρόν και ο Αγγελόπουλος τελειώνει σε αυτό. Μαζί με τον τρίτο συμμετέχοντα στο φεστιβάλ Βερολίνου, τον Πάνο Κούτρα, έχουν ένα κοινό σημείο: τους αρχαιοελληνικούς μύθους ως κινητήρια δύναμη στις φετινές ταινίες τους. Ο Αγγελόπουλος χρησιμοποιεί την Ελένη, μια αφηρημένη εκδοχή της αρχετυπικής Ελλάδας με γυναικεία μορφή, μια γυναίκα που αποτελεί τη μήτρα του έρωτα και της μοίρας της κοινωνικής διαδρομής του τόπου μας, τη γέφυρα στην εξέλιξη του πολιτισμού μας. Ο Γαβράς γυρίζει τη σύγχρονη Οδύσσεια με ήρωα έναν ξενιτεμένο, που θα μπορούσε να είναι Έλληνας αλλά τυπικά δεν είναι, για να αντιπαραθέσει τη ματιά του Δυτικού προς τον βάρβαρο, την καχυποψία, τη σκληρότητα, τη διάκριση, τη δυσανεξία, και χρεωκοπία των αξιών. Ο Πάνος Κούτρας, με την εξαιρετική Στρέλλα του, αντιστρέφει το μύθο του Οιδίποδα σε μια τραγική σύγχρονη ιστορία, που προτείνει ένα μοντέλο μιας όχι και τόσο απίθανης ελληνικής οικογένειας. Ήδη από το Μουσακά, με την τελευταία σκηνή στο αυτοκίνητο, όπου μια παρέα ανηφόριζε οδηγώντας ξημερώματα στη Συγγρού, με εμφανείς τις πινακίδες Νέος Κόσμος πάνω από τα κεφάλια τους, είχε στο νου του μια αλλαγή στα λούμπεν στερεότυπα. Η Στρέλλα είναι μια τραβεστί που ερωτεύεται έναν άνδρα που μόλις αποφυλακίστηκε. Σκαλίζοντας το παρελθόν τους, έρχονται απροσδόκητα κοντά και η σχέση τους διαφοροποιείται. Η καύλα είναι τραγωδία, πόσο μάλλον όταν πειράζονται τα κουρασμένα ταμπού.

»Αν βάλουμε και τον Κακογιάννη στον πρόχειρο απολογισμό, τότε οι αρχαίοι (η Ευριπίδης και η Σοφοκλής, που λέει και η Μπέτι σε μια αστεία σκηνή επιθανάτιου ρόγχου στη Στρέλλα) δεν έχουν σταματήσει να ταξιδεύουν το ελληνικό σινεμά με ασφάλεια έξω από σύνορά μας. Κι όσο κι αν θέλουμε να απαγκιστρωθούμε από το παρελθόν μας, μια από τις πιο δόκιμες λύσεις μας είναι να το αξιοποιήσουμε δημιουργικά, όπως κάνουν τόσες κινηματογραφίες, με πρόσφατη την ανθισμένη γερμανική, που σκαλίζει την πρόσφατη Ιστορία της και προκαλεί ενδιαφέρον. Ο Αγγελόπουλος ασχολείται περισσότερο με τη μνήμη και τα σύμβολα σε ένα σινεμά ποιητικό, που υπηρετεί προσωπικό όραμα και συγκεκριμένες ιδέες. Ο Γαβράς, στην πρώτη του εκδρομή στα ελληνικά λημέρια (ποτέ δεν είναι αργά), χρησιμοποιεί έξυπνα μα αποσπασματικά την χώρα καταγωγής του. Η Κρήτη είναι ένας τουριστικός προορισμός, ο συνήθης ύποπτος στόχος των λαθρομεταναστών εξ’ Ανατολάς, ένα θέρετρο με τουρίστες που μόνο χαλαροί δεν είναι, ένα lounge υποδοχής των ευκατάστατων Ευρωπαίων που θέλουν να ξοδέψουν τα ωραία τους λεφτά και το τελευταίο πράγμα που θέλουν να δουν είναι φτώχια και μιζέρια – γι’ αυτό και πολύ πρόθυμα οργανώνονται σε αυτοσχέδιο ανθρωποκυνηγητό, σε συνεργασία με τις τοπικές Αρχές, για να εντοπίσουν τους ρακένδυτους παρείσακτους που απειλούν την ακριβή ηρεμία τους. Ο Γαβράς, μαζί με τον Ζαν Κλοντ Γκρεμπέργκ, έγραψε ένα τρομερό σενάριο και μέσα από το υποσύνολο της Ελλάδας που παρουσίασε φώτισε ολόκληρο το δάσος, τουλάχιστον από την οπτική των ξένων που μας επισκέπτονται ή έχουν μια εντύπωση, καλώς ή κακώς, για το τι θα βρουν εδώ και πώς περίπου θα φερθούν.

»Από την άλλη, ο Κούτρας φτιάχνει κάτι πολύ πιο σύγχρονο και ντόπιο. Η Στρέλλα (Στέλλα με τρέλα) είναι η χειραφέτηση της ντροπής, όπως η Στέλλα του Κακογιάννη ήταν η πρώτη χειραφετημένη γυναίκα στο ελληνικό σινεμά. Δίχως άλλο, είναι η πιο σημαντική κινηματογραφική ηρωίδα από την εποχή της Ευδοκίας, σε ένα πιο ρεαλιστικό περιβάλλον. Έρχεται από το χωριό, αναζητάει την ταυτότητά της περπατώντας στα πεζοδρόμια της πόλης και την τρώει το παρελθόν – ο παρορμητισμός της φέρνει μπελάδες, αλλά θέλει να συνδέσει τα κομμάτια της, να μεταμορφωθεί, αφού αυτό είναι και το ζητούμενο στη φύση της, με τρόπο ζωτικό και επείγοντα. Είναι μια υπέροχη και σημαντική ταινία, με ατέλειες και εκπλήξεις, χειροποίητη και οικουμενική, παρά το περιθωριακό της υλικό, με μια ανατροπή στην πλοκή που καλό είναι να μην τη μάθετε, για να απολαύσετε το βάσανο χωρίς τον εντυπωσιασμό της πληροφορίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: