Archive for the media Category

Ενα κείμενο ολο ντροπή…

Posted in media on Σεπτεμβρίου 30, 2010 by strellamovie

“Οικογένεια, η κατάρα των trans…”

από τον Chris Zafeiriadis

Ήταν πριν από δέκα περίπου χρόνια όταν ο Πάνος Κούτρας δεχόταν με χαμόγελο τις μούντζες για τον γιγαντιαίο μουσακά του, ενώ σήμερα – με το ίδιο χαμόγελο πάντα – τις επιστρέφει όλες στα μούτρα εκείνων που αδυνατούσαν τότε να αναγνωρίσουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα ενός σύγχρονου Έλληνα δημιουργού. Είναι και ο πολιτισμός μας τέτοιος που μέσα στον εξωραϊσμό μιας άκρως ξενοφοβικής και υποκριτικής χώρας, αδυνατεί να αποδεχτεί το διαφορετικό, το ξένο, εκείνο που νιώθει ότι απειλεί την φαινομενική γαλήνη που με τόσο κόπο έχει χτίσει. Και είναι υπέροχος ο τρόπος με τον οποίο ο Κούτρας καταφέρνει σε 16 μόλις χιλιοστά, να χωρέσει όλη αυτή την “γαλήνη” και στη συνέχεια να την κομματιάσει, σκορπίζοντας με ένα πονεμένο πάθος τα κομμάτια της στα πολύβουα σοκάκια μιας ξεθωριασμένης Αθήνας.

Όμως η Στρέλλα δεν έχει σκοπό να διαταράξει την γαλήνη αυτού του τόπου, ούτε καν να την αλλοιώσει. Η Στρέλλα είναι γαλήνια από μόνη της γιατί έχει αποδεχτεί την φύση της. Και ως τρανσεξουαλικός αλλά κυρίως ανθρώπινος χαρακτήρας που είναι, πορεύεται με τις αρχές και τα πιστεύω ενός φυσιολογικού ατόμου, με τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια πάθη που υπάρχουν σε καθέναν από εμάς. Η πόρνη που έβλεπε τα τρένα να περνούν, το μόνο που ψάχνει είναι η ανάγκη της συντροφικότητας, η ανάγκη της οικογένειας. Μιας οικογένειας που στερήθηκε από την ζωή και τα ντροπιαστικά παιχνίδια που της έπαιξε, μιας οικογένειας η οποία δεν χρειάζεται καν να είναι φυσιολογική. Αρκεί μόνο να είναι η δική της.

Παράλληλα, ο σκηνοθέτης ξετυλίγει το κουβάρι ενός άλλου απόκληρου. Ο μόλις αποφυλακισμένος Γιώργος φαίνεται να ψάχνει κάτι παρόμοιο με την Στρέλλα. Μόνο που ο δικός του κόσμος χωράει σε μια χούφτα μέσα. Έφταιξε, πλήρωσε, έχασε και τώρα επανέρχεται για να διεκδικήσει ξανά. Ο Κούτρας φέρνει τον Γιώργο κοντά στη Στρέλλα, όχι για να παλέψουν ενάντια στην νομοτέλεια ενός κόσμου που δεν τους ανήκει, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι του, να αποδεχτούν την μοίρα τους και να συνεχίσουν. Να αποδεχτούν τα πάθη τους, όλα όσα τους χωρίζουν και όλα όσα τους ενώνουν. Για μια ζωή.

Με μια τρυφερή κινηματογράφηση η οποία πατάει γερά στις βάσεις της δεξιοτεχνικής αφήγησης ενός αδιαμφισβήτητου ταλέντου, ο σκηνοθέτης πετυχαίνει έναν πρωτοφανή για τα δεδομένα των ηρώων του, ουμανισμό, αναγκάζοντας τον θεατή όχι απλά να αποδεχτεί την φύση – και κατ’ επέκταση, την μοίρα – των δύο, αλλά να βιώσει έστω και λίγο από το δράμα τους, χωρίς ταμπού, χωρίς προκαταλήψεις και κυρίως, χωρίς ενοχές. Άλλωστε ο άνθρωπος αυτό που αισθάνεται είναι και αυτό που νιώθει πράττει.

Αυτός είναι και ο λόγος που το Κούτρας φτιάχνει αυτή την αμαρτωλή ταινία βασισμένη σε έναν περήφανο χαρακτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι τρανσεξουαλικά ίδιο-όμορφος, διαθέτει όμως περισσότερο τσαγανό από τους διάφορους «λεβέντες» με τους οποίους συναναστρέφεται καθημερινά. Η Στρέλλα με τα χίλια λόγια των περαστικών, ζει μια ρομαντική και ταυτόχρονα δραματική ελεγεία αγάπης, η οποία της αλλάζει τη ζωή και καταλήγει στην πραγματοποίηση της πιο ανώμαλης αλλά ειλικρινούς ονείρωξης. Και ανάθεμα αν έχει σημασία από πού προέρχεται η χαρά όταν σε κάνει να χαμογελάς και η συγκίνηση όταν σε κάνει να δακρύζεις. Η ζωή μπορεί να είναι πουτάνα αλλά καμιά φορά σου χαρίζει τις στιγμές εκείνες που δεν πρόλαβες να ζήσεις, που δεν πρόλαβες να δεις για να χαρείς, ούτε όμως και να κλάψεις. Μια αληθινή ζωή που λέγαμε και πριν λίγο καιρό…

(από το http://cinenoxoi.blogspot.com/2010/08/womans-way-2009.html)

Advertisements

Vissi d’arte, vissi d’amore

Posted in media on Φεβρουαρίου 23, 2010 by strellamovie

του Nικου Γ. Ξυδακη (Καθημερινή 30.01.10)

Μια ελληνική ταινία με έβαλε σε σκέψεις. Η Στρέλλα. Σκέψεις όχι για την κατασκευή της έμφυλης ταυτότητας, τη ζωή στο περιθώριο, τις στερεοτυπικές συμπεριφορές των αποκλεισμένων, τη σεξουαλική υποκρισία, τέτοια. Οχι. Η αριστουργηματική Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, στο μεταίχμιο υπερνατουραλισμού, ψυχαναλυτικού δράματος, ονείρου, μελό, καμπαρέ, αστικού ντοκιμαντέρ και ηθογραφίας, με έβαλε προ πάντων σε σκέψεις για την αγάπη. Για το σκάνδαλο αγάπη.

Ολη η ταινία αρθρώνεται δεξιοτεχνικά, ακροβατικά, πάνω σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος μ’ αγαπά, ποιον αγαπώ; Στην πραγματικότητα, ποιος τολμά να θέτει τέτοια ερωτήματα σήμερα, εκτός από μερικούς σαλούς καλλιτέχνες, ίσως και κανέναν φιλόσοφο; Ο κόσμος μας κινείται ζαλισμένος γύρω από την οικονομία, τη γνώση, την ύλη, πυροδοτείται από την απληστία.

Ακόμη και ο λόγος περί αγάπης, στην πολλαπλή του εκδίπλωση –έρως, amor, φιλία, αγάπη– φέρνει δυσανεξία στον σύγχρονο άνθρωπο, αμηχανία τουλάχιστον. «Το “σ’ αγαπώ” ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ασχημοσύνη ή κοροϊδία, έτσι που στην καλή κοινωνία, αυτή των μορφωμένων, κανείς πλέον δεν τολμά να ξεστομίσει στα σοβαρά τέτοιαν ανοησία», γράφει ο φιλόσοφος Ζαν-Λικ Μαριόν (Το ερωτικό φαινόμενο, εκδ. Πόλις).

Ο Κούτρας διαλέγει έκκεντρους ανθρώπους, λοξούς, σημαδεμένους, αμφίσημους, τρανς, για να δείξει το δράμα της αγάπης, τη δυνατότητα της αγάπης για εξανθρωπισμό, για υπέρβαση, για υποστασιοποίηση των προσώπων. Η τραβεστί Στρέλλα, καταγόμενη από τη μυθική περσόνα της κακογιάννειας Στέλλας του ’50 της ανοικοδόμησης, από την υπερμοντέρνα Τρέλα της μητροπολιτικής Αθήνας του 21ου αιώνα, αλλά και από την ντίβα Κάλλας, είναι το συναρπαστικό πρόσωπο που προσεγγίζει την αγάπη παράτολμα, υβριστικά. Με τη σφραγίδα του ενδιάμεσου φύλου (είναι ανδρόγυνο), με την αψάδα της νιότης, με το στίγμα του εγκαταλειμμένου και ορφανού παιδιού, με την προσωπική της τρέλα, διαπράττει την Υβρι, να ερωτευτεί τον απολεσθέντα και επανευρεθέντα πατέρα, σαν “όλα”.

Η Στρέλλα από την απόρριψη, την απουσία, τη μοναξιά, την ερήμωση, περνά προς το άγγιγμα, το δόσιμο, το κάψιμο, τον κίνδυνο – την αγάπη. Είναι ο γιος που έγινε κόρη, το παιδί που έγινε γυναίκα, το τέκνο που έγινε εραστής του πατρός, το ανδρόγυνο που υπερβαίνει τα φύλα σαν άγγελος, η Στρέλλα που περνάει το κατώφλι του ταμπού της αιμομιξίας, εκούσα άκουσα: σπρωγμένη από αγάπη, εκδίκηση, αυτοτιμωρία. Και πάντα δίνει: η Στρέλλα δίνει το σώμα της, τα νιάτα της, τα λεφτά της, το σπίτι της, τη στοργή της, τη ζωή της. Μόνο την ελευθερία της, την ελευθερία της αγάπης της, δεν παραχωρεί.

Η ταινία του Κούτρα, αισθητικά και ιδεολογικά, κατάγεται από τα υπαρξιακά μεταφυσικά δράματα του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, από τη βαθιά σαγήνη του μελοδράματος, από τον εξπρεσιονισμό, από τον αμφίσημο κόσμο του Ντ. Λιντς. Μόνο που στη Στρέλλα δεν αποθεώνεται ο προλετάριος ή ο περιθωριακός· ακόμη και οι γηρασμένες τρανς δεν εικονογραφούνται φολκλορικά, οι αστραφτερές ατάκες τους, τα καλιαρντά, οι μετωνυμίες, όλα εντάσσονται οργανικά στην ελεγεία και το δράμα, όπως οργανικά δένει με τα αισθήματα η έξοχη κινηματογράφηση της αρκαδικής φύσης, σε αντίστιξη με την αστική φαντασμαγορία της Αθήνας.

Στην καρδιά της τρανς φαντασμαγορίας χτυπάει η καρδιά της Στρέλλας· ατίθαση, αληθινή, δραματική, στρέιτ. Της Στρέλλας η καρδιά δίνει παλμό και πάλι στον πρώην κατάδικο Γιώργο, λούζερ πατέρα και εραστή, πιο έρημο και μόνο από όλους τους μοναχικούς. Της Στρέλλας η καρδιά ενώνει τα σκόρπια πρόσωπα γύρω της, σαν δορυφόρους γύρω από τον έρωτα ήλιο, σαν αστράκια γύρω από μια φάτνη, μια εστία, τόσο εφήμερη και εύθραυστη, μα και τόσο γνήσια και αληθινή.

Η Στρέλλα αξιώνει τη θέση της πλάι στα έργα τέχνης που στοιχειώνουν τον νεολληνικό βίο, έργα σκληρά, αληθινά, τρυφερά, λοξά· πλάι στη Στέλλα, την Ευδοκία, Το Δέντρο που Πληγώναμε, το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, τον Επιτάφιο Θρήνο του Γ. Ιωάννου. Ολα μιλούν για τον δύσκολο έρωτα, τη δυσκατόρθωτη αγάπη, τον δυσχερή Αλλο, τα πρόσωπα, την πτώση τους και τον μετεωρισμό τους. Το 2010, μια 25χρονη τρανς από την Αρκαδία, που ζει σε ένα ερείπιο στο Γκάζι, χαρίζει σε όλους εμάς τους κανονικούς ένα καραόκε αυτογνωσίας: Vissi d’arte, vissi d’amore, non feci mai male ad anima viva!

Γυναικεία απουσία, πένθος ανδρικό.

Posted in media on Φεβρουαρίου 23, 2010 by strellamovie

(http://myshrinksaid.blogspot.com)

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να δω αυτό που τελικά διαδραματίστηκε στο πανί μπροστά μου με την αυγή της νέας χρονιάς και δεκαετίας. Είχα ακούσει ότι είναι καλή η ταινία, πήρε και τα βραβεία που πήρε, αλλά το βάθος της και τα πολλαπλά της επίπεδα, με αφορμή τη φαινομενικά εξωφρενική θεματολογία της, την καθιστούν σταθμό πλέον.

Ο Γιώργος αποφυλακίζεται. Δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν. Είναι μεσήλικος, αδύνατος με αρχετυπικά ανδρικά χαρακτηριστικά και μελαγχολικό βλέμμα. Ενοικιάζει ένα δωμάτιο σε φτηνό ξενοδοχείο του κέντρου. Φεύγοντας από το δωμάτιο για να μπει στο ασανσέρ το ίδιο βράδυ, συναντά τη Στρέλλα. Του ζητά φωτιά. «Σ’ ευχαριστώ, μού έσωσες τη ζωή». «Με λένε Στέλλα, αλλά οι φίλοι μου με φωνάζουν Στρέλλα, λένε πως είμαι λίγο τζαζ». Από τις πρώτες φράσεις η ηρωίδα προσπαθεί να είναι ειλικρινής. Κατά μία έννοια είναι απολύτως ειλικρινής και προσπαθεί να προειδοποιήσει το Γιώργο. Από μια άλλη άποψη μπορεί κανείς να πει ότι κάνει χρήση του ευφημισμού. Ευφημισμός είναι να λες ότι κάποιος σου έσωσε τη ζωή, ενώ απλώς σού έδωσε φωτιά. Ευφημισμός είναι να λες ότι είσαι τρελός. Πάνω από όλα ευφημισμός είναι να συστήνεσαι με γυναικέιο όνομα, ενώ είσαι γεννημένος αγόρι. Όλη της η ταυτότητα βασίζεται στον ευφημισμό.

Δεν είναι όμως χωρίς νόημα ο ευφημισμός αυτός. Ίσως γιατί χρειάστηκε να επιστρατευτεί στη ζωή της Στρέλλας προκειμένου εκείνη να επιβιώσει. Εσωτερικά κυρίως, αλλά και με όρους εξωτερικής πραγματικότητας. Σε αυτήν την ταινία η εξωτερική πραγματικότητα αποτελεί τον καμβά, πάνω στον οποίο θα κεντηθούν τα τραύματα, οι επαναλήψεις, οι κρυφοί πόθοι και κυρίως τα όνειρα της Στρέλλας, του Γιώργου και του ανυποψίαστου θεατή. Όποιος σταθεί μόνο στην περιγραφική του φιλμ, κινδυνεύει να δει την κορνίζα ενός πίνακα και όχι το ίδιο το περιεχόμενο.

Την επόμενη μέρα η Στρέλλα και ο Γιώργος ξανασυναντιούνται στο διάδρομο. Η Στρέλλα τον προσκαλεί στο δωμάτιό της για ουίσκυ. Εκείνος πηγαίνει. Έχει ερωτική διάθεση απέναντί της, παρότι τον ενημερώνει ότι δεν έχει χειρουργηθεί ακόμη, παρόλο που το πλούσιο στήθος της είναι προϊόν επέμβασης πλαστικής. Η Στρέλλα είναι διστακτική στο να ενδώσει και να τον φιλήσει, αλλά τελικά ενδίδει και ακολουθεί η σκηνή της σεξουαλικής συνάντησης, όπου όρθιοι στο παράθυρο, η Στρέλλα μπροστά και ο Γιώργος πίσω της βιώνουν την ένταση του παρελθόντος τους που εκτονώνεται στο τώρα. Στα μάτια μας είναι μια σκηνή συνάντησης ενός άντρα με μια γυναίκα, παρά τη γνώση που έχουμε νοητικά περί του αντιθέτου.

Η 25χρονη Στρέλλα ζει την καθημερινότητά της, στην οποία είμαστε μάρτυρες, με τα ραντεβού που κλείνει με πελάτες για να ζει, το παλιό οίκημα στο Γκάζι στο οποίο μένει, τον ομοφυλόφιλο κολλητό της και τη σχέση τους, τη γηραιά τρανσέξουαλ φίλη της που αργοπεθαίνει από καρκίνο και προετοιμάζει την κηδεία της εν μέσω εφαρμογής patch μορφίνης και αναμνήσεων από το παρελθόν. Ο Γιώργος μπαίνει στη ζωή της με φυσικότητα και μας δίδεται η εικόνα ενός ζευγαριού.

Ο Γιώργος επέστρεψε για λίγο στο χωριό του για να ρυθμίσει την πώληση του σπιτιού του και παράλληλα αναζητά τον γιο του στην Αθήνα, τον οποίο έχει να δει από τότε που μπήκε στη φυλακή, 14 χρόνια νωρίτερα. Στη Στρέλλα έχει πει ότι είναι ναυτικός. Βλέπει ένα όνειρο, στο οποίο ένας σκίουρος ανεβαίνει σε ένα κλαδί και χαρούμενος βλέπει στο βάθος το δάσος και το ξημέρωμα.

Το ζευγάρι δένεται και η ταινία φτάνει στο μέσο της, σε ένα είδος κορύφωσης τη στιγμή που η Στρέλλα βγαίνει από το μπάνιο, η μουσική του Μιχάλη Δέλτα μάς μεταδίδει πλήθος συναισθημάτων σε μορφή παλέτας, όπως τα χρώματα της λάμπας που έφτιαξε ο Γιώργος για τη Στρέλλα. Τότε ο Γιώργος λέει στη Στρέλλα να πετάξει την πετσέτα που την καλύπτει και να έρθει κοντά του. Εκείνη διστάζει, όπως τότε που γνωρίστηκαν, αλλά ενδίδει στην προτροπή και τη σιγουριά της φωνής του Γιώργου και αγκαλιάζονται. Σε μια σκηνή αφοπλιστικού ρεαλισμού γινόμαστε μάρτυρες της έλξης των δύο σωμάτων με τα δύο αντρικά μόρια να βρίσκονται το ένα ενώπιον του άλλου,με τα προκαλύμματα πλέον να είναι περιττά. Ο Γιώργος αποδέχεται τη Στρέλλα γι’αυτό που είναι, αλλά κυρίως τον εαυτό του, θα έλεγε κανείς με ένα πιο αντικειμενικό, ψυχρά ερμηνευτικό βλέμμα.

Από εκεί και μετά ακολουθεί ο κατήφορος. Θαρρείς η ύβρις που διαπράχθηκε να πρέπει να ξεπληρωθεί. Η ευτυχία δεν είναι ποτέ χωρίς κόστος και κυρίως χωρίς την προϋπόθεση απωλειών. Ο Γιώργος μαθαίνει από το ταξίδι του στο χωριό για την τελική συμφωνία πώλησης του σπιτιού ότι υπάρχει η φήμη πως ο γιος του εκδίδεται στη Συγγρού και είναι τραβεστί.

Στην Αθήνα ρωτά τη Στρέλλα πού μεγάλωσε. Ο θεατής βρίσκεται στο παράλληλο σύμπαν των σκέψεων, των συναισθημάτων και των δικών του φαντασιώσεων. Η Στρέλλα είναι όμως πιο μπροστά από όλα αυτά. Είναι πιο μπροστά από τον καθηλωμένο θεατή και βεβαίως από το Γιώργο, που έζησε στο ψυγείο της ζωής ως φυλακισμένος ενώ εκείνη μεταμορφωνόταν σε αυτό που είναι σήμερα. Τρώγοντας γαριδάκια και άλλα πρόχειρα φαγητά από το δικό της ψυγείο, διηγείται την ιστορία της. Μεγάλωσε στο χωριό. Ο πατέρας της ήταν μέθυσος. Η μητέρα της πέθανε όταν εκείνη ήταν 5 ετών. Μια μέρα, όταν ήταν 9 χρονών, ο πατέρας της τον έπιασε (ως μικρό αγόρι τότε) να χαϊδεύεται με τον 17χρονο ξάδερφο. Ο πατέρας έβαλε τις φωνές, άρχισε να χτυπάει με λύσσα τον ξάδερφο και τελικά τού έλιωσε το κεφάλι με ένα σιδερένιο λοστό. Μετά τη φυλάκιση του πατέρα, η Στρέλλα έμεινε με τη γιαγιά της ώσπου εκείνη πέθανε, και σε ηλικία 13 χρονών έφυγε για την Αθήνα. Ένας ψυχίατρος θα διέκρινε την αμβλύτητα του συναισθήματος της Στρέλλας καθώς τα διηγείται όλα αυτά, σαν να διηγείται κάτι το τελείως αδιάφορο, σαν όλα αυτά να αφορούν κάποιον άλλο.

Ο Γιώργος ουρλιάζει απελπισμένος: »Καταλαβαίνεις τί κάναμε»; Η Στρέλλα παραμένει ψύχραιμη: «Αφού δεν το ξέραμε». Οι μηχανισμοί αντοχής που έχει αναπτύξει είναι δοκιμασμένοι άλλωστε από τα όσα έχουν ήδη συμβεί στο παρελθόν, είτε τα γνωρίζουμε είτε τα υποθέτουμε.

Αργότερα τα κουτιά που ανοίγουν υπό μορφή αποκαλύψεων γίνονται περισσότερα. Η Στρέλλα γνώριζε πότε αποφυλακίζεται ο Γιώργος και τον περίμενε έξω από τη φυλακή. Τον ακολούθησε. Νοίκιασε δωμάτιο στο ίδιο ξενοδοχείο με αυτόν. Δεν είχε προγραμματίσει όσα ακολούθησαν, ήθελε μόνο να τον δει και να είναι για λίγο κοντά του. Έχουμε πλέον καταλήξει στην άβυσσο. Το αδιέξοδο βιώνεται με όλους τους πιθανούς τρόπους. Η Στρέλλα είναι απαθής και συζητά τα γεγονότα με τη μεγάλη σε ηλικία τρανσέξουαλ φίλη της, η οποία είναι σε προθανάτια κατάσταση. Ναι, το αδιέξοδο μπορεί να αντιμετωπιστεί και με τη μόνωση. Από τα πολλά χτυπήματα άλλωστε το δέρμα γίνεται παχύτερο και αδιαπέραστο. Γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο με την ψυχική λειτουργία λοιπόν;

Ο Γιώργος πηγαίνει στο χωριό. Για κάποιο λόγο μού έρχονται στο νου σκηνές από την ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα», μια ταινία που αναφέρεται γεωγραφικά στην ίδια περίπου περιοχή με το χωριό του Γιώργου και της Στρέλλας και με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο πραγματεύεται το θέμα της διαφοράς των γενεών, των φύλων και της υποκρισίας του σχετίζεσθαι. Στο εγκαταλελειμμένο σπίτι ο χρόνος έχει σταματήσει 14 χρόνια πριν. Ο Γιώργος μέσα σε αυτό. Το σπίτι αποτελεί το σύμβολο του ψυχισμού του Γιώργου. Η ζωή του σταμάτησε τότε. Οι αναμνήσεις του πάγωσαν εκεί. Ο ίδιος είναι άδειος και εγκαταλελειμμένος, όπως και το σπίτι. Με μανία αρχίζει να χτυπάει τους άδειους τοίχους, να φωνάζει. Αρπάζει ένα λοστό και χτυπάει με μένος ό,τι βρίσκει μπροστά του: Το πάτωμα, τον τοίχο, τα σαπισμένα έπιπλα, το τζάκι. Πράξη εξωτερίκευσης αυτού που συμβαίνει μέσα του. Πράξη επανάληψης των γεγονότων στον ίδιο χώρο πολλά χρόνια μετά. Άνοιγμα της πληγής. Κλείσιμο της φαντασίωσης. Τιμωρία. Κάθαρση. Εκδραμάτιση.

Και τα ερωτήματα εύλογα. Η Στρέλλα γιατί τα έκανε όλα αυτά; Η θνήσκουσα φίλη είναι απόλυτη: για να τον εκδικηθεί. Η φίλη αυτή έχει πολλαπλές σημασίες ως χαρακτήρας. Είναι η ίδια η Στρέλλα κατά μία έννοια, σε μια ωριμότερη, πιο σοφή εκδοχή. Είναι η φωνή της σοφίας, του ανθρώπου που έχει ζήσει και τώρα αντιμετωπίζει το θάνατο, ένα είδος τρανσέξουαλ Νέστορα. Είναι η μητέρα της Στρέλλας, αυτή που η ηρωίδα δεν μπόρεσε να φροντίσει γιατί ήταν μόλις 5 χρονών όταν πέθανε, αυτή που δεν πρόλαβε να αποχωριστεί και αυτή με την οποία τελικά ταυτίστηκε. Η τρανσέξουαλ μητέρα είναι ακριβώς ίδια με τη μητέρα της Στρέλλας, ίδια σε όλα αυτή τη φορά όμως.

Ναι, για να τον εκδικηθεί. Οπωσδήποτε για να τον εκδικηθεί. Αφού ο Γιώργος τής στέρησε την ελευθερία να διαχειριστεί το σώμα της όπως εκείνη ήθελε. Την κατέστησε μάρτυρα φόνου στα 9 της χρόνια. Της στέρησε τον πατέρα της – εαυτό του – με το να καταλήξει στη φυλακή. Της στέρησε τον αγαπημένο ξάδελφο. Την άφησε να μεγαλώσει με τη γριά γιαγιά της πίσω στο χωριό. Προφανείς εξηγήσεις, τις οποίες δεν δίνουν μασημένες οι δημιουργοί της ταινίας και μάς επιτρέπουν να τις σκεφτούμε μόνοι. Κανείς δεν τις αμφισβητεί, ούτε η ίδια η Στρέλλα.

Είναι όμως μόνο αυτό; Είμαστε ήδη μάρτυρες, πολύ βαθύτερα από το επίπεδο της κλειδαρότρυπας. Νιώσαμε τα συναισθήματα μέχρι το μέσο της ταινίας. Αν τολμήσουμε να πλεύσουμε μαζί της και να μην αντισταθούμε, διαπιστώνουμε ότι δεν μπορεί να εξαπατηθήκαμε. Η Στρέλλα ήθελε να αποκτήσει τον πατέρα. Να συγχωνευτεί. Να τον σαγηνεύσει. Να τον κερδίσει. Σε πιο πρωτόγονο επίπεδο ο ερωτισμός και η ακατανίκητη έλξη που διαπερνούν τα φράγματα των συμβάσεων του πολιτισμού, της αιμομιξίας, των φύλων, νίκησαν. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι πρόκειται για τη συνάντηση ενός δολοφόνου με κάποιον που απαρνείται το φύλο του. Δυο ανθρώπων δηλαδή, οι οποίοι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να κινηθούν εκτός πλαισίου. Το σμπαραλιασμένο οιδιπόδειο της Στρέλλας (ανεστραμμένο – κατεστραμμένο – διεστραμμένο) είναι μόνο ο ένας άξονας. Γιατί ο άλλος είναι το οιδιπόδειο του Γιώργου, εξίσου ισότιμο σε αυτή τη σχέση.

Έχουμε νομοτελειακά αγγίξει τον πυρήνα της ταυτότητας της Στρέλλας. Εκεί όπου το μίσος (εκδίκηση) και η ακατέργαστη αγάπη (αιμομικτικό πάθος) μπορούν να συνυπάρχουν. Η Στρέλλα είναι άντρας. Έχει πέος. Δεν γνωρίζουμε τί την εμπόδισε να προχωρήσει στην επέμβαση, πέραν υποθέσεων που μπορούμε να κάνουμε για οικονομικά ζητήματα. Γεγονός παραμένει ότι δεν έχει εγκαταλείψει εντελώς τα κομμάτια της παλιάς της ταυτότητας. Εξωτερικά όμως είναι γυναίκα. Έχει μακριά μαλλιά, γυναικείο όνομα, ρούχα και συμπεριφορά. Η διττή φύση της απευθύνεται στη μητέρα της, στις γυναίκες και τον εαυτό της. Είναι σαν τη μητέρα της. Γυναίκα όπως εκείνη, σε πλήρη ταύτιση μαζί της, ακολουθώντας και ολοκληρώνοντας τον άξονα μίμηση-ενσωμάτωση-ενδοβολή

. Μια αλληλουχία διεργασιών που δείχνουν τη βαθια αγάπη για τη μητέρα,τις γυναίκες και τον εαυτό της ως εικόνα αυτών. Δεν είναι όμως ακριβώς όπως η μητέρα. Η Στρέλλα είναι αγόρι και η εικόνα της είναι μιας καρικατούρας γυναίκας. Μια εικόνα που φανερώνει μίσος, γελοιοποίηση και επιθυμία για καταστροφή του αντικειμένου αγάπης, αλλά και του ίδιου του εαυτού. Είναι χαρακτηριστικό το όνομα που έχει το κλαμπ – στέκι των τρανσέξουαλ, στο οποίο κάνει drag show η Στρέλλα ως Μαρία Κάλλας, το οποίο ονομάζεται «Κούκλες». Κούκλα είναι η πολύ όμορφη γυναίκα, είναι όμως και η ψεύτικη. Αυτή η βαθιά σχιζοειδής θέση συνύπαρξης αγάπης/μίσους, που αφορά το Είναι της Στρέλλας, αδιόρατα αγγίζει και το θεατή, ο οποίος ασυναίσθητα βιώνει την αντιθετικότητα αυτών των πόλων και τη συγκατοίκησή τους στο ίδιο δευτερόλεπτο.

Ο αδικημένος ήρωας είναι ο Γιώργος. Τα φώτα της ταινίας πέφτουν στη Στρέλλα, ήδη από τον τίτλο της ταινίας. Ο Γιώργος όμως είναι ίσως για κάποιους ο βασικός ήρωας. Τί ωθεί έναν πατέρα να σκοτώσει με αυτόν τον τρόπο τον ανιψιό του που παρενοχλεί σεξουαλικά τον ανήλικο γιο του; Τι τον ελκύει σε μια γυναίκα που από μέσα είναι στην πραγματικότητα άντρας; Και ακόμα περισσότερο, πώς δεν είδε στην 25χρονη Στρέλλα τον 9χρονο γιο του; Ο Γιώργος είναι εξίσου συνένοχος, όσο και τραγικός ήρωας με τη Στρέλλα σε αυτή τη συνάντηση. Η ταινία περιέχει όλα τα συστατικά της τραγωδίας: μύθο, πάθος, περιπέτεια. Θα μου επιτραπεί να πω: και αναγνώριση.

Ο Γιώργος, αυτός ο άντρας-πατέρας, δεν αποκαλύπτεται τόσο εύκολα. Ουσιαστικά τον γνωρίζουμε εσωτερικά μέσα από τη Στρέλλα, την οποία ο ίδιος ο Γιώργος ως ήρωας, ο σκηνοθέτης αλλά και εμείς ως θεατές χρησιμοποιούμε για να δούμε μέσα του. Ο Γιώργος είναι ήδη αλκοολικός από τα πρώτα παιδικά χρόνια του γιου του, ενώ είναι παντρεμένος. Η φυγή στο αλκοόλ είναι μια ισχυρή ένδειξη του τί συμβαίνει εντός του, το πώς επιλέγει να το αντιμετωπίσει και του τί μηνύματα εκπέμπει στο περιβάλλον του. Ο θάνατος της γυναίκας του τον αφήνει μόνο με το γιο του. Ο γιος του με το να εμπλακεί σεξουαλικά με τον ξάδελφό του ενδεχομένως να θέλει να αποκτήσει τον πατέρα, αλλά και να ταυτιστεί μαζί του. Να ταυτιστεί διατηρώντας το φύλο του (η Στρέλλα είναι ακόμα 9χρονο αγόρι), αλλά ίσως να έχει αντιληφθεί ασυνείδητα τις πραγματικές προτιμήσεις του Γιώργου, προτού τις αντιληφθεί συνειδητά καν ο ίδιος. Ο Γιώργος βλέποντας το θέαμα είδε κάτι πολύ προσωπικό του. Η μανία του φόνου με τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα του λοστού στο κεφάλι του ανιψιού του δείχνει την ένταση που ανεξέλεγτα εκφράστηκε με έναν τέτοιο τρόπο. Η έλξη από μια τρανσέξουαλ μετά από 14 χρόνια συγκατοίκησης στη φυλακή με άντρες αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τη συνέχεια αυτής της πορείας. Ο Γιώργος βρίσκεται ένα βήμα εγγύτερα στη βαθύτερή του ανάγκη. Το γεγονός ότι αυτή η τρανσέξουαλ είναι ο γιος του, φαίνεται να περιπλέκει την κατάσταση, αλλά την εξηγεί παράλληλα.

Όταν ο Γιώργος βλέπει το γιο του να »χαϊδεύεται» με τον ανιψιό του, ακόμα κι αν δεν πρόκειται για ολοκληρωμένη συνουσία, δεν βλέπει απλώς τη διαδραμάτιση της δικής του ασυνείδητης ομοφυλοφιλίας, αλλά και την επιθυμία αυτή να εκπληρωθεί με το ίδιο του το παιδί. Είναι το δικό του μερίδιο σε αυτό το οιδιποδειακό σύμπλεγμα, ήδη από τότε. Και αποτελεί τραγική ειρωνία το γεγονός ότι προκειμένου να το καταπνίξει προέβη σε φόνο, μια πράξη που τελικά οδήγησε στην εκπλήρωσή του χρόνια αργότερα.

Η ταινία οδηγείται προς το τέλος της με το θάνατο της μητέρας του κολλητού φίλου της Στρέλλας, αποτέλεσμα του οποίου είναι η έλευση στο σπίτι της Στρέλλας του «μωρού», της μικρής αδελφής του φίλου αυτού, τώρα που δεν υπαρχει μητέρα. Η Στρέλλα δε δείχνει να συμπαθεί αυτό το μωρό – αληθινή γυναίκα ιδιαιτέρως, αν και διαπιστώνουμε ότι το φροντίζει. Μετά από διάστημα εβδομάδων τελικά ο Γιώργος και η Στρέλλα συζητούν, σε ένα δύσκολο και επίπονο διάλογο και μετά από κάποιες σκηνές που αναφέρονται στο εγγύς μέλλον, υπονοώντας ότι διαχειρίστηκαν όσο είναι δυνατόν αυτά που συνέβησαν, βρισκόμαστε στο σπίτι της Στρέλλας την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Μετά από αυτή την τροχιά που διέγραψαν οι χαρακτήρες της ταινίας σε επίπεδο δυαδικής συνάντησης όσο και διαχρονικής προσωπικής διαδρομής, μάς προτείνεται ένα τέλος, που κάποιοι αβίαστα ίσως χαρακτηρίσουν happy end. Και μπορεί να είναι κι έτσι. Ο Γιώργος αφήνεται να εννοηθεί ότι έχει συνάψει σχέση με κάποιον άντρα, η Στρέλλα φαίνεται χαρούμενη και στο σπίτι βρίσκονται οι βασικοί φίλοι και το μωρό που κοιμάται. Ο Γιώργος παρατηρεί με εγκαρδιότητα το μικρό κορίτσι στο υπνοδωμάτιο. Ο παλιός χρόνος φεύγει, έρχεται ο καινούριος, και ο Γιώργος κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Με ένα zoom-out η εικόνα του κτιρίου με το Γιώργο στο παράθυρο γίνεται το φόντο, το οποίο κοιτάζει ο σκίουρος από το όνειρο του Γιώργου. Ο Γιώργος κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Είναι ευτυχισμένος.

Παρέλειψα επιμελώς να πω ότι μετά τη σκηνή που ο Γιώργος καταστρέφει ό,τι απέμεινε από το παλιό του σπίτι, βρίσκει στο πατάρι ένα παλιό viewmaster, το οποίο έχει μέσα την εικόνα του ονείρου, με ένα σκίουρο σε ένα κλαδί μπροστά στο δάσος. Το όνειρο, λοιπόν, προέρχεται από την παιδική ηλικία του Γιώργου, τότε που ήταν ευτυχισμένος. Το έξωθεν ομολογούμενο happy end δεν είναι κάτι άλλο από την ολοκλήρωση της διεργασίας του πένθους και της συμφιλίωσης.

Αυτό που απουσιάζει από την ταινία είναι οι γυναίκες. Πρόκειται για μια βαθιά ανδρική ταινία. Η θεματολογία με τα ομοφυλοφιλικά στοιχεία και τις τρανσέξουαλ δεν είναι παρά στρεβλώσεις, προκειμένου να πάρουν μορφή πράγματα που διαφορετικά ίσως ήταν αδύνατο να ειπωθούν, πέραν της προφανούς προσπάθειας εξοικείωσης του κοινού με την εικόνα μιας τρανσέξουαλ που είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Όπως στα όνειρα πολλά πράγματα σημαίνουν κάτι άλλο και πολλές φορές τα αντίθετά τους, έτσι και στην τέχνη τα μηνύματα μπορεί να μεταδίδονται με διαφορετικούς τρόπους. Οι γυναίκες πεθαίνουν ή έχουν ήδη πεθάνει στην ταινία. Νεκρές είναι η μητέρα της Στρέλλας και η γιαγιά της, η οποία τη μεγάλωσε. Κατά τη διάρκεια της ταινίας πεθαίνει η καρκινοπαθής τρανσέξουαλ φίλη και η μητέρα του κολλητού φίλου. Οι ήρωές μας αφήνονται στο να μας περιγράψουν πώς βίωσαν και τελικά διαχειρίστηκαν τις απώλειες αυτές. Η Στρέλλα γίνεται η ίδια γυναίκα και ο Γιώργος στρέφεται στους άντρες. Δεν υπονοείται ότι οι πράξεις αυτές είναι απόρροια των απωλειών, αλλά είναι γεγονός ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ακολουθία γεγονότων, σε συνδυασμό με όσα περιγράφησαν παραπάνω, στο πλαίσιο των περίπλοκων δυναμικών, τόσο των εσωτερικών, όσο και των σχέσεων.

Η σεξουαλική συνάντηση Στρέλλας – Γιώργου, εκτός της αμοιβαίας επιθυμίας οιδιποδειακής ένωσης εμπεριέχει στοιχεία επανάληψης – προσπάθειας επανόρθωσης. Με τη συνάντηση αυτή ο Γιώργος και η Στρέλλα βιώνουν σε πραγματικό επίπεδο αυτό που και οι δύο θέλησαν κάποτε. Και οι δύο τιμωρήθηκαν νωρίτερα και προκαταβολικά γι΄ αυτήν τους την επιθυμία, οπότε ενδεχομένως να έκαναν κάτι για το οποίο ούτως ή άλλως είχαν ήδη πληρώσει. Σε ένα βαθμό παραμένουν στάσιμοι σε εκείνη τη χρονική στιγμή. Με το να το επαναλάβουν, το ξαναζούν. Υπό μια άλλη διάσταση, πρόκειται για μια (παθολογική) προσπάθεια επανόρθωσης. Ζώντας τη δική τους επαφή, γυρίζουν το χρόνο πίσω στη στιγμή που με την παρουσία του ξαδέλφου της Στρέλλας βρέθηκαν παρόντες στη σεξουαλική πράξη, αλλά και στην πράξη του φόνου. Η επανόρθωση όμως ενδεχομένως να σχετίζεται με πρωιμότερα στάδια και να έχει στόχο την ανάσταση της νεκρής μητέρας. Η Στρέλλα έγινε η ίδια η μητέρα της. Με το να συνευρεθεί σεξουαλικά με το Γιώργο, η μητέρα της βρίσκεται εκείνη τη στιγμή σεξουαλικά με το Γιώργο. Και φυσικά αυτό είναι κάτι στο οποίο ο Γιώργος συναινεί.

Με αυτόν τον τρόπο ίσως να επιχειρήθηκε να βρεθεί μια διέξοδος στο να γίνουν δεκτές οι διάφορες απώλειες, το πένθος αυτών των ανδρών, που δεν εκφράστηκε ποτέ: Ο θάνατος της μητέρας της Στρέλλας, συζύγου του Γιώργου, η ανδρική πλευρά της Στρέλλας, η ελευθερία του Γιώργου αφού φυλακίστηκε, το βάρος του φόνου, η ομοφυλοφιλία του Γιώργου. Ο Γιώργος είναι μια αρσενική Ιοκάστη,ως εκπρόσωπος της προηγούμενης γενιάς, αλλά εκείνος αντιδρά στην αποκάλυψη, ως έκπληκτος Οιδίποδας. Η Στρέλλα είναι ένας θηλυκός (ή μάλλον τρανσέξουαλ) Οιδίποδας ως τέκνο του Γιώργου, αλλά εκείνη τον σαγήνευσε και υποβίβασε τη σημασία του γεγονότος, όπως η Ιοκάστη στον Οιδίποδα του Σοφοκλή, η οποία λέει ότι είναι συνηθισμένο να ονειρεύεται κανείς ότι συνουσιάζεται με τη μητέρα του.

Η ταινία, παρά τη θεματική της δεν είναι τύπου Αλμοδόβαρ. Ο Γιώργος δεν είναι ο Κορεάτης Old Boy, αλλά ούτε Πολίτης Κέϊν με το όνειρο-απωθημένο Rosebud σε μορφή viewmaster με εικόνες σκίουρου. Η Στρέλλα δεν είναι μια παραλλαγή της «Στέλλας» του Κακογιάννη. Η Αθήνα δεν είναι Παρίσι. Εδώ είναι Βαλκάνια, που λέει και το τραγούδι και ευτυχώς ο Πάνος Κούτρας το γνωρίζει αυτό πολύ καλά. Με τον ίδιο τρόπο που η Στρέλλα έφτιαξε ένα φωτιστικό στην ταινία από ένα παλιό πολυέλαιο που βρήκε στα σκουπίδια, ο Πάνος Κούτρας και ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης που συνυπογράφει το σενάριο έφτιαξαν αυτό το έργο χωρίς υψηλούς προϋπολογισμούς και ειδικά εφέ.

Επανερχόμενοι στο τέλος της ταινίας, οι έννοιες που κυριαρχούν είναι αυτές της συμφιλίωσης και της κατανόησης. Η Στρέλλα συμφιλιώνεται με το Γιώργο. Ο Γιώργος με τον εαυτό του. Και οι δύο με τις απώλειές τους. Έχουν κατανοήσει βαθιά ο ένας τον άλλον με αυτόν τον ανείπωτο τρόπο. Η γυναικεία παρουσία επανέρχεται ως σπόρος με τη μορφή του μωρού – κοριτσιού στο σπίτι της Στρέλλας. Μόνο τότε είναι δυνατό να ξαναχωρέσει η γυναικεία παρουσία, από την αρχή πλέον.

Και εμείς, έχοντας ζήσει 2 ώρες με μια τρανσέξουαλ πόρνη, έναν πρώην φυλακισμένο, ένα δολοφόνο, ένα ορφανό αγόρι, μια μη εξωραϊσμένη Αθήνα, δυο αιμομίκτες ομοφυλόφιλους, τη φωνή της Μαρίας Κάλλας, κάτι αμήχανους φίλους, μια ετοιμοθάνατη καρκινοπαθή; Τί σχέση έχουμε με τα απαγορευμένα τους όνειρα, τις απώλειες, τις επαναλήψεις, τα τραύματα, τα λάθη, τις ματαιώσεις, τη συμφιλίωση; Συγγνώμη, αλλά αν δεν κατανοήσαμε ότι εμείς είμαστε ίδιοι με όλα αυτά τα πρόσωπα και ότι μάς συνδέουν τα ίδια βαθιά πανανθρώπινα υπαρξιακά θεμέλια, καλό θα ήταν να (ξανα)δούμε την ταινία υπό αυτή τη σκοπιά, με βαθιά αναπνοή και περισσότερο θάρρος.

Μια «Στρέλλα» διαφορετική από τις υπόλοιπες… / protagon.gr / 16.12.09

Posted in media on Ιανουαρίου 13, 2010 by strellamovie

από την Ελενα Παπαδημητρίου

Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου. Δεν ξέρω την ορολογία και τα επίπεδα αξιολόγησης μιας ταινίας. Ξέρω όμως ότι μετά το τέλος της προβολής της “Στρέλλας” του Πάνου Χ. Κούτρα ήθελα να ξανασυναντήσω τον δημιουργό της. Όχι μόνο επειδή μου κέντρισε την περιέργειά η τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια του, ούτε εξαιτίας του μυστικού της ταινίας που ταρακουνά το πιο γερό θεμέλιο της ελληνικής κοινωνίας αλλά επειδή πρόκειται για μία ταινία που ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι πολιτική, έχει λόγο πολιτικό. Κι αυτό γιατί όταν μιλάς ανοιχτά για τη διαφορετικότητα, τη σημασία της αποδοχής της και την ανάγκη για συμφιλίωση, δε γίνεται παρά να παίρνεις πολιτική θέση.

Τον συναντώ στο σπίτι του στην πλατεία Εξαρχείων. Παιδί του κέντρου ο Πάνος Χ. Κούτρας, δε θα μπορούσε να ζει αλλού. Αφού σπούδασε, έζησε και δούλεψε για πολλά χρόνια στο Λονδίνο και το Παρίσι αποφάσισε πριν 13 χρόνια να τα μαζέψει και να γυρίσει στην Αθήνα για να κάνει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Την “Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά” που βγαίνει στις αίθουσες το 1999 και η οποία όπως και η δεύτερη του ταινία, η “Αληθινή Ζωή” το 2004, κάνουν έναν θριαμβευτικό γύρο στα φεστιβάλ του κόσμου και ενοχλούν “γλυκά” τα ήθη του ελληνικού κοινού. Σήμερα επιστρέφει υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία στη “Στρέλλα”. Μια ερωτική ιστορία πέρα και πάνω από κάθε σύμβαση ανάμεσα σε μια τρανσέξουαλ πόρνη κι έναν άντρα που, βγαίνοντας από τη φυλακή, προσπαθεί να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Η Μίνα Ορφανού δηλαδή η Στρέλλα δεν είναι ηθοποιός. Δύο χρόνια έψαχνε με αγγελίες στο κλαμπ «Κούκλες» για πρωταγωνίστρια μέχρι τη στιγμή που τη γνώρισε. «Είδα ένα τεράστιο ταλέντο, δε γινόταν να μην το καταλάβεις. Την τρέλανα όμως στα δοκιμαστικά μέχρι να βεβαιωθώ ότι θα άντεχε στις δύσκολες συνθήκες των γυρισμάτων». Κι άντεξε όχι μόνο στα γυρίσματα αλλά κυρίως στις δραματουργικές απαιτήσεις του ρόλου. Το ίδιο και κάτι παραπάνω ισχύει για τον Γιάννη Κοκιασμένο, τον Γιώργο της Στρέλλας, τον ήρωα που παίρνει πάνω του το βάρος όλης της ταινίας αφού όπως λέει ο σκηνοθέτης «Όλα κινούνται γύρω από αυτόν τον χαρακτήρα. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει πάνω του».

Είναι η «Στρέλλα» μια ταινία που σοκάρει; Ο Πάνος απαντά γελώντας πως τον ίδιο δεν τον σόκαρε. Ούτε τη μητέρα του πάντως που την προτιμά από τις προηγούμενες ταινίες του. «Αν ανοίξεις την τηλεόραση θα δεις απείρως πιο σοκαριστικές εικόνες από αυτές της ταινίας», συμπληρώνει κι εγώ θα ήθελα να έχω επιχειρήματα για να διαφωνήσω μαζί του αλλά δεν έχω. “Εγώ ήθελα απλά να πω μια ιστορία με αυτούς τους χαρακτήρες”, επαναλαμβάνει κάθε φορά που η κουβέντα μας οδηγείται στον τρόπο με τον οποίο η ταινία «χτυπά» τον κοινωνικό καθωσπρεπισμό και «ανοίγει» ένα νέο παράθυρο σε εκείνους που θα προσποιηθούν τους σκανδαλισμένους όταν την δουν. Παραδέχεται όμως ότι ο τρόπος και οι χαρακτήρες που επέλεξε να πουν αυτήν την ιστορία αποτελούν την έκφραση μιας θέσης πολιτικής με μια ευρεία έννοια. «Έχουμε μάθει να ζούμε στην Ελλάδα σε μία σύμβαση υποκρισίας κι αυτό με εξαγριώνει. Ξέρουμε ότι εκεί έξω υπάρχουν τραβεστί και τρανσέξουαλ αλλά κάνοντας ότι δεν τους βλέπουμε νιώθουμε σαν να μην υπάρχουν». Υπάρχουν όμως και δεν ζουν από επιλογή στο περιθώριο, εμείς τους έχουμε βάλει εκεί. Θα ήθελαν να αποτελούν μέρος του συνόλου αλλά η εμφάνισή τους πάει κόντρα στο στερεότυπο της γυναικείας και της ανδρικής εικόνας που ξέρουμε όλοι μας. Η κοινότητα των τρανσέξουαλ «αγκάλιασε» την ταινία από την πρώτη στιγμή γιατί ένιωσαν ότι κάποιος ασχολείται σοβαρά μαζί τους με σκοπό να τους πλησιάσει, να τους κατανοήσει και να τους αποδεχτεί, χωρίς να τους περιεργαστεί. «Τη διαφορετικότητα είτε πρόκειται για τρανσέξουαλ, είτε για μετανάστες είτε για άτομα με κινητικά προβλήματα, συνηθίζουμε να τη προσεγγίζουμε με σκοπό να τη περιεργαστούμε κι όχι για να την αποδεχτούμε». Κι αυτό όπως συμπληρώνει , είναι «κακογουστιά ιδεών» που είναι το ίδιο ανυπόφορη με την «κακογουστιά της αισθητικής». Υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος γεννιέται ρατσιστής, βίαιος και άγριος κι έχει στόχο μια ζωή να θέσει αυτά τα χαρακτηριστικά σε καταστολή. Κι αυτό για εκείνον είναι ο πολιτισμός.
Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου. Ο Πάνος Χ. Κούτρας τη θεωρεί χριστουγεννιάτικη ταινία όχι μόνο λόγω των αντίστοιχων «στολισμένων» σκηνών αλλά κι επειδή ο ίδιος αγαπά πολύ αυτές τις μέρες. Παραπέμπουν στην παιδική ηλικία, για αυτό. «Όπως κάθε άνθρωπος που έχει κάνει πολλά χρόνια ψυχανάλυση, με έχει απασχολήσει πολύ η περίοδος των παιδικών χρόνων». Από τότε έρχονται άλλωστε για τους περισσότερους οι πιο δυνατές χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις. Μια εβδομάδα πριν να φτάσουν τα φετινά Χριστούγεννα ο Πάνος υποστηρίζει με πάθος τη σιωπηρή συναίνεση που λέει: «Τώρα γιορτάζουμε. Είτε έχουμε λόγους, είτε όχι».

«Στρέλλα», η ζωή με δύο όψεις / Καθημερινή / 20.12.09

Posted in media on Ιανουαρίου 13, 2010 by strellamovie

από τον Δημήτρη Μπούρα

Η ταινία του Πάνου Χ. Κούτρα είναι ένα τολμηρό ρεαλιστικό δράμα, με επίκεντρο τον κόσμο των τρανσέξουαλ

Η τολμηρή και ίσως ενοχλητική «Στρέλλα» για όσους δεν αντέχουν μια ταινία εστιασμένη στο περιθώριο των τρανσέξουαλ, έχει μια δραματική και μια φαντασιακή όψη. Ο τίτλος της είναι συνδυασμός του τίτλου της μυθικής για το ελληνικό μελόδραμα «Στέλλας» και της λέξης τρέλα, που εδώ δεν σημαίνει παρά το απραγματοποίητο.

Η Στέλλα του Κακογιάννη ήταν μια σύγχρονη εταίρα με προσωπικό κώδικα ηθικής που βρέθηκε σε τροχιά αντιπαράθεσης με τα ταμπού της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο. Η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα είναι το κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία που αποσπάται αργά κι αθόρυβα από το οικογενειακό και κοινωνικό δράμα (ο κόσμος των τρανσέξουαλ) και γίνεται ονειρική, σχεδόν ψυχαναλυτική, με κύριο ζητούμενο καθώς κλιμακώνεται η πλοκή τη λύτρωση του άλλου πρωταγωνιστή του δράματος: ενός πατέρα που τον βαραίνει ένα έγκλημα τιμής.

Η «Στρέλλα» είναι μια διαρκής ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού. Η μορφή της (η πολυχρωμία του εσωτερικού ντεκόρ, το φαντεζί ημίφως, οι απίθανες μελοδραματικές καμπές κι ανατροπές) την κάνουν να μοιάζει αλμοδοβαρική. Η ουσία της την φέρνει κοντά στο ρεαλισμό και στην ονειρική διάσταση των ταινιών του Παζολίνι.

Οιδίποδας

Η «Στρέλλα» είναι μια τολμηρή παραλλαγή του μύθου του Οιδίποδα, όπου το παιδί που έχει τραυματιστεί από τον πατέρα, του επιστρέφει το τραύμα. Ενας «γιος», που στο παρελθόν επέλεξε να γίνει «κόρη», σκηνοθετεί μια τραγωδία (επιμελώς αδιευκρίνιστο αν αυτό το κάνει για λόγους μίσους ή αγάπης), στην οποία συμπρωταγωνιστεί απέναντι στον πατέρα του, που αποφυλακίζεται ύστερα από 15 χρόνια κάθειρξης.

Ο κατάδικος, που έχει ήδη αποβάλλει την ομοφοβία του, βγαίνει ελεύθερος στους δρόμους της Αθήνας. Τριγυρίζει στα πέριξ της Ομόνοιας και βρίσκει δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο τρίτης κατηγορίας κι αρχίζει να αναζητάει τον γιο του που έχει να τον δει από τη μέρα που μπήκε στη φυλακή. Παράλληλα, υποκύπτει στη γοητεία ενός τραβεστί που μένει πρόσκαιρα στο διπλανό δωμάτιο. Οσονούπω θα διαπιστώσει πως έχει πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα.

Οικογένεια νέου τύπου

Η σκηνοθεσία του Κούτρα δουλεύει σε τρία επίπεδα. Στο πρώτο, περιγράφεται ρεαλιστικά η ζωή σε μια βρώμικη, υποφωτισμένη και μελαγχολική Αθήνα με θέα το διαχρονικό σήμα κατατεθέν της, την Ακρόπολη. Το σκηνικό είναι φτηνές πανσιόν, παλιές μονοκατοικίες σε υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου που έχουν γεμίσει σπίτια με κόκκινα φανάρια, κλαμπ των τρανσέξουαλ, αλλά και πολυτελή ξενοδοχεία που προτιμώνται από τους οικονομικά εύπορους πελάτες. Οι καταστάσεις είναι στο όριο του γκροτέσκ, όμως η ταινία συγκρατείται σε μια στέρεη βάση από τους χαμηλούς τόνους.

Στο δεύτερο επίπεδο απομυθοποιείται ο ρόλος του άντρα στην παραδοσιακή οικογένεια και το τρίτο, όπου όλα μοιάζουν σαν όνειρο, μια παράξενη οικογένεια νέου τύπου συγκροτείται ένα βράδυ Πρωτοχρονιάς στη φωταγωγημένη Αθήνα. Ο συνεκτικός δεσμός της δεν είναι το αίμα, αλλά τα αληθινά αισθήματα των μελών της. Ετσι αποκτά νόημα η ύβρις που διαπράττεται σε αυτή τη σύγχρονη τραγωδία.

Σαν ψέμα

Ρεαλιστικά η εικόνα της Στρέλλας είναι μια κατασκευασμένη εικόνα του επιθυμητού: ένας άντρας που μεταμορφώνεται σε γυναίκα για να εκφράσει ό,τι αληθινό υπάρχει μέσα του. Μια φτηνή απομίμηση σαν το μελό. Ενα φανταχτερό επίχρισμα σιλικόνης πάνω από αυθεντικά αισθήματα που άλλοτε τρομάζουν, άλλοτε σοκάρουν κι άλλοτε οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο.

Φαντασιακά, μέσα από τα μάτια του άντρα (ο πατέρας, ή ο εραστής που είναι εγκλωβισμένος στην ηθική της παραδοσιακής οικογένειας και φτάνει στο έγκλημα για λόγους τιμής) η Στρέλλα είναι η ντίβα μιας θεότρελης κι ακραίας σύγχρονης τραγωδίας, λυτρωτικής για τον πραγματικό αφηγηματικό άξονα της ταινίας: τον πατέρα – φονιά που ναι μεν εξέτισε την ποινή του στη φυλακή, αλλά συνεχίζουν να τον κυνηγούν οι εφιάλτες.

Στην προ πενταετίας πεισιθανάτια «Αληθινή ζωή» ο Κούτρας τοποθέτησε μια δυσλειτουργική μεγαλοαστική οικογένεια μπροστά από τον παραμορφωτικό φακό της σαπουνόπερας. Τότε αναζητούσε μια ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα, τι είναι προτιμότερο: μια αλήθεια που θα μας εξόντωνε, ή ένα ψέμα στο οποίο θα ζούσαμε όπως θέλουμε εμείς; Τηρουμένων των αναλογιών το ίδιο ερώτημα βασανίζει τους ήρωές του και στη σημερινή «Στρέλλα».

Δείτε

Στρέλλα (2009)

Η τελευταία ταινία του Πάνου Κούτρα είναι ένα ρεαλιστικό δράμα που κλιμακώνεται σαν αλλόκοτο όνειρο ενός πατέρα, που επιστρέφει στην παιδική του ηλικία για να λυτρωθεί από τις ενοχές του. Απέναντι στον πατέρα βρίσκεται ένας τρανσέξουαλ, η Στρέλλα. Ενα βαθιά πληγωμένο παιδί, που κάποτε βγήκε από τη λεωφόρο της λογικής και οδηγήθηκε σε μια παρακαμπτήριο της «τρέλας» ακολουθώντας τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του. «Με λένε Στέλλα και οι φίλοι μου με φωνάζουν Στρέλλα γιατί είμαι λίγο τζαζ», αυτοσυστήνεται στην αρχή της ταινίας. Η «Στρέλλα» τρόμαξε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (η αίτηση για χρηματοδότηση απορρίφτηκε δις) και έκανε αίσθηση στην τελευταία Μπερλινάλε. Στην Ελλάδα δεν βρήκε ιδιώτη διανομέα. Στη Γαλλία προβάλλεται ήδη με επιτυχία. Με τους Μίνα Ορφανού, Γιάννη Κοκιασμένο, Μίνωα Θεοχάρη, Μπέτυ Βακαλίδου, Γιώργο Μάζη. (Στις αίθουσες που συνεργάζονται με το πρόγραμμα Filmcenter.)

Αληθινή ζωή (2004)

Ενας νεαρός άντρας, γόνος μεγαλοαστικής οικογενείας, έρχεται από το Παρίσι στην Αθήνα και καταλύει στην έπαυλη της σατανικής μητέρας του απέναντι από τον Βράχο της Ακρόπολης. Στο περιθώριο της πλήξης του αρχίζει να σκαλίζει θαμμένα μυστικά που σχετίζονται με τον θάνατο του πατέρα του πριν από πολλά χρόνια. Παράλληλα, παραπαίει ανάμεσα σε μια ζάμπλουτη παιδική του φίλη που έχει βουλιάξει στην κόκα και σε μια διακοσμήτρια από κατώτερη κοινωνική τάξη. Με Νίκο Κουρή, Θέμιδα Μπαζάκα, Μαρίνα Καλογήρου, Αννα Μουγκλαλίς. (Σε dvd).

«Αταίριαστες» οικογένειες / Καθημερινή / 12.01.10

Posted in media on Ιανουαρίου 13, 2010 by strellamovie

από την Μαρία Κατσουνάκη

Γιατί να μην επιτρέπουμε λοιπόν πιο περίτεχνες, πολύπλοκες και ανοιχτές αφηγήσεις τού πώς διαμορφώνεται το παιδί σε σεξουαλικό ον;», αναρωτιέται η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, Τζούντιθ Μπάτλερ.

Η φιλόσοφος, με ξεχωριστή συμβολή στη θεωρία των φύλων και τη φεμινιστική σκέψη, σε συνέντευξή της στην κυριακάτικη «Κ» ομολογεί πως «η κουλτούρα της οικογένειας περιλαμβάνει πολλές μεταθέσεις, πολλές διαδρομές της επιθυμίας που δεν είναι ακριβώς προβλέψιμες».

Στην τελευταία σκηνή της «Στρέλλας», το τραπέζι στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν δεν είναι καθόλου «παραδοσιακό». Μια τρανσέξουαλ, ο πατέρας και εραστής της, τρεις ακόμη ενήλικες, ο ένας εξ αυτών μετανάστης, και ένα μικρό κοριτσάκι που κοιμάται σαν αγγελούδι στο διπλανό δωμάτιο. Η ατμόσφαιρα είναι γιορτινή, φωτεινή, γεμάτη τρυφερά αισθήματα, αγάπη και επιθυμία για μια ζωή στρωτή, «κανονική», ενταγμένη στην κοινωνία και καθόλου στο περιθώριό της.

Ο Πάνος Κούτρας στην ταινία του, που θεωρείται από τις κορυφαίες της φετινής ελληνικής παραγωγής (και συνεχίζεται με επιτυχία στις αίθουσες), διερευνά μια άλλου τύπου οργάνωση οικογενειακών σχέσεων. Η «Στρέλλα» δεν είναι ασφαλώς ούτε κοινωνιολογική μελέτη ούτε δοκίμιο πάνω στην ανισότητα των φύλων.

Ο σκηνοθέτης εστιάζει στη διαφορετικότητα, όχι με ηθικοπλαστική ή διδακτική διάθεση. Ανιχνεύει με πολύ προσοχή την ετερότητα, τον σεβασμό που της αναλογεί μέσα στην πάσχουσα ανθρώπινη εμπειρία. Με τις αντινομίες, τις δυσκολίες και τα όριά της.

Η Τζ. Μπάτλερ -συνεχίζει στη συνέντευξή της στον Ματθαίο Τσιμιτάκη- θεωρεί τον γάμο μεταξύ ανθρώπων του ιδίου φύλου «περίπλοκο θέμα»: «Από την πλευρά των ατομικών δικαιωμάτων και της ισονομίας όλων, ο θεσμός του γάμου θα έπρεπε να επεκταθεί και να συμπεριλάβει όποια δύο άτομα θέλουν να τον συνάψουν ασχέτως φύλου ή άλλου χαρακτηριστικού, διαφορετικά ο νόμος κάνει διακρίσεις εις βάρος ομάδων πολιτών».

Πόσο ανοιχτή είναι η ελληνική κοινωνία στη διαφορετικότητα; Ο Πάνος Κούτρας κλείνει την ταινία σε ένα «προστατευμένο» σύστημα, αφήνοντας μόνο αιχμές για το περιβάλλον μέσα από αναμενόμενα σχόλια. Περισσότερο τον ενδιαφέρουν οι αναταράξεις ανάμεσα στα πρόσωπα παρά ο τρόπος που εισβάλλει η κοινωνία επιβάλλοντας πρότυπα και όρους.

Το τηλεοπτικό τοπίο, αν έχει κάνει κάποια βήματα από την εποχή που ο Σταύρος Παράβας ή ο Χρόνης Εξαρχάκος αναπαρήγαν γκροτέσκα τις αντιλήψεις της εποχής, στις ελληνικές ταινίες του ’60, είναι μόνο προς τα πίσω. Ο τύπος του ομοφυλόφιλου σκιαγραφείται κραυγαλέα, υστερικά, βαθύτατα μικροαστικά.

Τόσο παρωχημένα και στερεοτυπικά ώστε να περιορίζεται σε μια ακίνδυνη -πιστεύουν- γραφικότητα. Ετσι όμως μια απολύτως διαμορφωμένη πραγματικότητα παραμένει εκκρεμής, προβεβλημένη σαν μια επιθεωρησιακή καρικατούρα. Καθηλώνεται σε ανεκδοτολογικές περιγραφές και σεξουαλικά υπονοούμενα. Ετσι ώστε η οικογένεια να βρίσκεται στο απυρόβλητο, απρόσβλητη από «παραξενιές» ή άλλες «ιδιαιτερότητες».

Η ταινία του Π. Κούτρα είναι πολλαπλά ευπρόσδεκτη. Το θέμα «διαχέεται» τόσο, ώστε να είναι αποδεκτό από ένα διευρυμένο κοινό. Οι παρατηρήσεις και οι εντυπώσεις ποικίλλουν.

Με αυτόν τον τρόπο, ήπια και ειρηνικά, μέσα από μια τραγωδία που ούτε τη δραματοποιεί ούτε τη μεγεθύνει, εγκαθιστά το ερώτημα και τον προβληματισμό: μπορούν να υπάρξουν οικογένειες έξω από τη νόρμα; Πιο ανοιχτές στη σύνθεση, διαφοροποιημένες ως προς τα φύλα και τις σχέσεις που τη συναποτελούν; Η απάντηση δεν είναι μία, όπως ακριβώς δεν είναι και στις οικογένειες με τους σαφώς κατανεμημένους ρόλους: μητέρα (γυναίκα), πατέρας (άνδρας), παιδιά.

Οι δυναμικές είναι απρόβλεπτες. Οπως και τα αδιέξοδα, που ούτε φύλο έχουν ούτε προστατεύονται από αγκυλωμένες και αδιαπραγμάτευτες παραδόσεις.

«Εγώ γεννήθηκα στα 16 μου».

Posted in media on Δεκέμβριος 13, 2009 by strellamovie

Και ξαφνικά, μια νέα ελληνική ταινία, η «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, ξεκίνησε μια ανέλπιστη διεθνή καριέρα, με τους Γάλλους («Le Monde», «Figaro») να υποκλίνονται στις «απρόσμενες εκρήξεις σκηνοθεσίας και αισθητικής της» και τη «Liberation» να γίνεται χορηγός επικοινωνίας της. Είχε προηγηθεί η προβολή της στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

από την Ευάννα Βενάρδου (Ελευθεροτυπία, 13 Δεκεμβρίου 2009)

Την Πέμπτη ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί ενώπιον του ελληνικού κοινού, που έχει ήδη κεντριστεί από την ιστορία της: τη σχέση μιας νεαρής τρανσέξουαλ πόρνης κι ενός αποφυλακισμένου άντρα. Πόσω μάλλον που πρωταγωνιστεί μια πραγματική τρανσέξουαλ: η 27χρονη Μίνα Ορφανού.

Λεπτή, μικροκαμωμένη, με εκφραστικά μάτια και πολύ κέφι, εμφανίστηκε στο ραντεβού μας στο καφέ «Φλοράλ» στα Εξάρχεια φορώντας τζιν, μπότες, μια άνετη μπλούζα. Κανείς δεν έδειξε να προσέχει κάτι διαφορετικό στην εμφάνισή της.

«Κάμερα είναι και τα μάτια»

Γεμάτη ενθουσιασμό, μας μίλησε για την έκθεσή της στο μπαρ-γκαλερί «Μικρασία» στο Γκάζι που εγκαινιάζεται την Πέμπτη. «Εδώ και χρόνια ασχολούμαι με τα εικαστικά», λέει. «Πουλάω σε πολλά μαγαζιά. Η έκθεση λέγεται «Η φύσις μου» και είναι εμπνευσμένη από τη λαϊκή τέχνη. Είναι μια σειρά με τις εννέα μούσες και άλλα έργα στα οποία χρησιμοποιώ άμμο, κερί, ρόδια, κλαδιά δέντρων».

Στη «Στρέλλα» η Ορφανού ανατρέπει τα στερεότυπα της τρανσέξουαλ-καρικατούρας. Και άλλα, που συνιστούν το «μυστικό» της απρόσμενης αυτής ταινίας. Κι όμως, πριν πρωταγωνιστήσει σ’ αυτή την ταινία δεν είχε δει ποτέ κάμερα στη ζωή της. «Κάμερα όμως δεν είναι και τα μάτια; Ενα βλέμμα που μας ακολουθεί;» λέει η ίδια.

– Πώς νιώσατε στο Βερολίνο με όλα αυτά τα βλέμματα στραμμένα πάνω σας;

«Η οθόνη ήταν τεράστια και με είχαν βάλει να καθήσω στην τρίτη σειρά, πολύ κοντά για μένα. Μέχρι να συνηθίσω, μ’ έπιασε πονοκέφαλος (γέλια). Ομως καταχάρηκα το χειροκρότημα: ήταν τυφώνας Κατρίνα!»

– Σας είπε κανείς κάτι για την ταινία που θα θυμάστε πάντα;

«Αυτό που πάντα με κολακεύει είναι όταν δεν μπορούν να πιστέψουν πως δεν είμαι ηθοποιός. Και βέβαια όταν μου δίνουν συγχαρητήρια επαγγελματίες ηθοποιοί».

– Και το ελληνικό κοινό στις «Νύχτες Πρεμιέρας»; Υπήρξε κανείς που ενοχλήθηκε;

«Κανείς. Οι συντηρητικοί και οι κομπλεξικοί στα λαγούμια τους».

– Βοηθά και η εμφάνισή σας. Οι άνθρωποι που δεν σας γνωρίζουν καταλαβαίνουν πως είστε τρανσέξουαλ;

«Οχι. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο. Πέφτουν από τα σύννεφα!»

– Προφανώς δεν θέλετε να μου πείτε το πραγματικό σας όνομα.

«Δεν έχει σημασία. Αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει».

– Και πότε γεννήθηκε ο νέος;

«Στα 16 μου. Βέβαια, και πριν είχα κάτι το θηλυκό. Γι’ αυτό και έκανα ελάχιστες επεμβάσεις».

– Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο σ’ αυτή τη διαδρομή;

«Τίποτε ιδιαίτερα, διότι από τη στιγμή που έκανα την επιλογή μου έπρεπε να την ακολουθήσω και να τη σεβαστώ».

– Η επιτυχία της «Στρέλλας» νιώθετε πως είναι μια δικαίωση της στάσης ζωής σας;

«Ναι. Πάντα πίστευα στο ταλέντο μου, παρ’ όλο που οι άλλοι δεν το έβλεπαν συχνά. Πιο πολύ όμως αισθάνθηκα πως μέσα από μένα δικαιώνονται οι τρανσέξουαλ στην Ελλάδα».

– Οι δικοί σας είδαν την ταινία;

«Ναι. Οι γονείς μου ήταν πάντα δίπλα μου. Είναι ανοιχτοί άνθρωποι. Με αντιμετωπίζουν σαν να γεννήθηκα έτσι. Και τα αδέρφια μου. Είμαι από τη Ρόδο. Μην ξεχνάτε πως στο νησί αυτό πρωτοήρθε ο τουρισμός. Η γριά στον αργαλειό είδε ξαφνικά κορίτσια με μίνι και μπικίνι, όταν η Ελλάδα δεν τα ήξερε ακόμα αυτά».

– Σε μια σκηνή της ταινίας μιμείστε την Κάλλας. Τραγουδάτε με τη δική σας φωνή;

«Ναι. Το «Sempre Libera» από την «Τραβιάτα». Τραγουδούσα από μικρή όπερα και όταν με άκουσε ο Πάνος τρελάθηκε. Θα σας πω πώς έγινε: Οταν ήμουν παιδί στο χωριό, γύρω στα 11, είχα πάει να πω τα κάλαντα. Πήγα και σε ένα μαγαζί δίσκων της γειτονιάς και ο ιδιοκτήτης (καλή του ώρα) αντί για λεφτά μου χάρισε ένα CD της Κάλλας. Οταν γύριζα σπίτι μού επιτέθηκε μία παρέα αγοριών της γειτονιάς και μου πήρε όλα τα λεφτά που είχα μαζέψει. Ηταν και πολλά, γύρω στις 2.500 δραχμές. Χάλια έγινα… Οταν γύρισα σπίτι, έβαλα το CD και ξέσπασα σε κλάματα. Ηταν το πιο υπέροχο πράγμα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Από τότε δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Οταν είμαι στενοχωρημένη ακούω Κάλλας».

– Ελληνικά δεν ακούτε;

«Φυσικά. Ελευθερία Αρβανιτάκη, Χαρούλα Αλεξίου, Αλκηστη Πρωτοψάλτη. Βέβαια, όταν θέλω να τα σπάσω ακούω Αντζελα Δημητρίου. Θεά!»

– Σινεμά πάτε;

«Οχι πολύ. Βλέπω πολλές ταινίες και ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Μια από τις αγαπημένες μου ήταν το «Σινεμά ο Παράδεισος». Μου αρέσουν όμως και τα παιδικά: Στρουμφάκια, Μπαγκς Μπάνι και κυρίως ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης. Ο δημιουργός του πρέπει να έχει πιει πολλά! (γέλια). Αγαπώ όμως πολύ και την Πηνελόπη Δέλτα. Και διαβάζω Ιπποκράτη, Πλάτωνα, Σωκράτη. Τιμάω την αρχαία Ελλάδα. Γεννήθηκα Ελληνίδα».

– Εχετε δει το «Παιχνίδι των λυγμών»;

«Ναι. Αλλά το βρήκα λίγο καταθλιπτικό. Εμενα μ’ αρέσει και λίγος χαβαλές στις ταινίες».

– Δεν σας άρεσε η έκπληξη του τέλους; Οταν ο ήρωας συνειδητοποιεί πως η γυναίκα που ερωτεύτηκε είχε γεννηθεί άντρας;

«Εκπληξη είναι αυτή; Από εκπλήξεις η ζωή…»

– Μοιάζετε λίγο με τη Σάρα Τζέσικα Πάρκερ. Βλέπατε «Sex and the City»;

«Ναι, μου το έχουν πει πως της μοιάζω, αλλά εγώ προτιμώ την άλλη, τη Σαμάνθα. Γιατί είναι τεκνατζού και δεν έχει ταμπού».

– Τις κουτσομπολίστικες τηλεοπτικές εκπομπές τις βλέπετε;

«Εχω καλύτερα πράγματα να κάνω. Ομως δεν κρίνω κανέναν. Εχω τον εαυτό μου να κρίνω».

– Θα κάνατε ποτέ γυμνή φωτογράφηση;

«Οχι. Δεν με πειράζει να εμφανιστώ γυμνή στα πλαίσια ενός ρόλου. Αλλά γυμνό σε περιοδικό με ενοχλεί».

– Ωσπου να δεχθεί το ρόλο του εραστή σας ο Κοκκιασμένος, πολλοί άλλοι ηθοποιοί αρνήθηκαν. Πώς σας φάνηκε;

«Θεωρώ ότι ένας επαγγελματίας ηθοποιός πρέπει να παίζει τα πάντα, χωρίς ταμπού. Αλλά μάλλον τελικά δεν είναι και πολύ επαγγελματίες όλοι».

– Ποιοι άντρες σάς αρέσουν;

«Αυτοί που μπορούν να αγαπήσουν πέρα από όλες τις συμβάσεις».

– Φίλους στρέιτ έχετε;

«Πάρα πολλούς. Μ’ αγαπάνε γι’ αυτό που είμαι, όπως κι εγώ τους αγαπώ γι’ αυτό που είναι αυτοί».

– Η Στρέλλα τελικά «προκύπτει» ένα ευαίσθητο πλάσμα. Που έχει ανάγκη το πατρικό πρότυπο, την οικογένεια. Εσείς σκέφτεστε ποτέ το γάμο;

«Οικογένεια είναι να υπάρχει αγάπη και σεβασμός μεταξύ των μελών της. Μ’ αρέσουν οι σταθερές σχέσεις. Τώρα, ο γάμος είναι μια δύσκολη απόφαση. Πόσω μάλλον όταν υπάρχει και το διαζύγιο. Πρέπει να μπούμε σ’ αυτή τη διαδικασία; Δεν ξέρω. Προς το παρόν προτιμώ τη συμβίωση».

– Θα θέλατε ένα παιδί;

«Αν στο μέλλον έχω την οικονομική ευχέρεια, ναι, γιατί όχι; Πιστεύω πως θα ήμουν καλός γονιός. Εχει ο Θεός. Αν και φοβάμαι πως θα ήμουν πολύ αυστηρή».

– Δηλαδή;

«Τι; Να μου χτυπήσουν την πόρτα και να μου πουν, το παιδί σας είναι στο τμήμα; Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω!»

«Δεν θέλω άλλα όνειρα»

– Η ταινία θίγει με απρόσμενο τρόπο και το θέμα της αιμομειξίας. Θεωρείτε ότι η σχέση γονιών-παιδιών έχει και κάτι το ερωτικό;

«Πολλές φορές ναι. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτή που το λέει πρώτη. Εχουν υπάρξει και οι αρχαίοι. Ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, όπως φαίνεται και στην ταινία».

– Από την εμπειρία σας, πιστεύετε πως μια τρανσέξουαλ, σήμερα, μπορεί να αποφύγει τη Συγγρού;

«Είναι δύκολο, αλλά πιστεύω πως τώρα πια, ναι, μπορεί. Ελπίζω μια μέρα να μπορούν οι τρανσέξουαλ να δουλέψουν σε μια τράπεζα ή σε μια δημόσια υπηρεσία. Αλλά από προκαταλήψεις άλλο τίποτα. Η άλλη είναι γυναίκα και δεν την παίρνουν στη δουλειά διότι είναι 130 κιλά! Πάντως, γνωρίζω πολλές τρανσέξουαλ που έχουν δικά τους μαγαζιά. Αν και εγώ προσωπικά υπάλληλος δεν θα ήθελα να είμαι».

– Τώρα τι δουλειά κάνετε;

«Είμαι συνεταίρος σε ένα συνοικιακό κομμωτήριο. Ομως ελπίζω σύντομα να μπορώ να βγάζω περισσότερα με τη ζωγραφική μου και τις κατασκευές μου».

– Αλλα όνειρα;

«Ο,τι ονειρεύτηκα μέχρι τώρα το έχω κάνει. Ημουν τυχερή και ευγνώμων. Δεν θέλω να κάνω άλλα όνειρα».

– Ποιο είναι το πιο ακραίο πράγμα που έχετε κάνει;

«Αυτό που είμαι!»